Αλλαγή ορίων ηλικίας, τελευταία ευκαιρία για τους Σελίμο, Ανούσο, Παλαμίδα, συνεντεύξεις Σελίμου, Ανούσου

0
120

 Η μείωση των ορίων ηλικίας  κατά δύο χρόνια που πέρασε από την γενικη συνέλευση της ΕΠΟ με την επικύρωση του κανονισμου  διαιτησιας δεν είναι μόνο αυτή.

Σε ένα περίπου χρόνο ερχεται και δευτερη μείωση επίσης για δύο χρόνια που σημαινει πως  πέφτουν δυο χρονια ακομη τα ορια και πάμε σε βαθειά τομή στους πίνακες των εθνικών κατηγοριών .

Με απλά λόγια για να μπεις στη σουπερ λίγκα για πρώτη φορά  θα πρέπει να είσαι τον Ιούνιο του 2015  33 ετών, άντε και κάτι μήνες δηλαδή στο νέο όριο που ήδη τέθηκε .

Για να πάρεις προαγωγή στην Β Εθνική πρέπει να είσαι 31 ετών, στην Γ Εθνική 29 και στην Δ Εθνική 27 ετών.

Αυτά είναι δυσάρεστα μαντάτα και για τους Λάκωνες διαιτητές Σελίμο Σπύρο, Νίκο Ανούσο και Γιώργο Παλαμίδα αφού ηλικιακά είναι μεταξύ 33 και 34, με αποτέλεσμα η φετινή χρονιά να είναι η τελευταία ευκαιρία τους να σφυρίξουν αγώνες Σουπερλίγκας. Εμείς όπως και όλη η ποδοσφαιρική Λακωνία ελπίζουμε να τα καταφέρουν την φετινή χρονιά να μπουν στους πίνακες της μεγαλύτερης κατηγορίας κάτι το οποίο αξίζουν με τις διαιτησίες τους τα προηγούμενα χρόνια.

 Παλαιότερη συνέντευξη Σπύρου Σελίμου στο περιοδικό REFEREE

Ο Σπύρος Σελίμος είναι από τους διαιτητές της Β’ εθνικής που κτυπούν την πόρτα της Σούπερ Λίγκα. Μετά από τέσσερα χρόνια στη δεύτερη κατηγορία, τώρα είναι στον πίνακα των υποψηφίων για άνοδο και ελπίζει να γίνει ο δεύτερος Λάκωνας ρέφερι που θα καταφέρει κάτι τέτοιο μετά τον Σπύρο Παπαδάκο και ταυτόχρονα θα κάνει ένα βήμα παραπάνω από τον πατέρα του Νίκο, ο οποίος ήταν από τις καλές σφυρίχτρες και έφτασε σαν διαιτητής στην Β’ εθνική και σαν επόπτης στην Α’. Το “R” μίλησε με τον 30χρονο διαιτητή από τη Σπάρτη για το πώς βλέπει τη διαιτησία, τους στόχους και τις φιλοδοξίες του.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη διαιτησία; Ασφαλώς το ερέθισμα υπήρχε λόγω του πατέρα σας. Αν και ο πατέρας μου ήταν διαιτητής όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα ούτε να ακούω για διαιτησία. Και αυτό διότι ο χώρος έχει πολλές χαρές, αλλά και πολύ περισσότερες λύπες. Εβλεπα, λοιπόν, από κοντά πόσο πονάει το να είναι είσαι ένα βήμα από το να πετύχεις κάτι σπουδαίο και εκείνη ακριβώς τη στιγμή να απογοητεύεσαι διότι τα όνειρά σου γκρεμίζονται. Ταυτόχρονα, όμως, μεγαλώνοντας διαπίστωνα και κάτι άλλο. Ότι ο πατέρας μου στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας είχε φίλους και με αυτούς είχε έλθει σε επαφή λόγω  της διαιτησίας. Ετσι, όταν ήμουν στα 17 και μετά από καιρό έγινε σχολή στη Λακωνία και με τη δική του παρότρυνση πήγα. Μου είπε να βγάλω τη σχολή και άμα μου αρέσει συνεχίζω. Κάπως έτσι κόλλησα το μικρόβιο και εδώ και 13 χρόνια είμαι στο χώρο.

Αν γυρίζατε πίσω το χρόνο και μετά από αυτή την πορεία που έχετε διαγράψει θα ασχολιόσασταν ξανά με τη διαιτησία; Πιστεύω ότι για να συνεχίζεις να είσαι στο χώρο πρέπει να είσαι προσηλωμένος σε αυτό που κάνεις και να σου αρέσει. Κανένας δεν πάει να σφυρίζει για να πάρει, όπως λένε μερικοί, το μεροκάματο είτε αυτό είναι 40 ευρώ στα τοπικά, είτε 1.500 στη Σούπερ Λίγκα. Η διαιτησία είναι αρρώστια και ο καθένας από μας έχει προσβληθεί από το μικρόβιό της. Όπως προείπα έχει και αυτή χαρές και λύπες,  όπως συμβαίνει σε όλο το φάσμα του αθλητισμού.  Σε αυτά τα 13 χρόνια έχω κερδίσει πολλά και σίγουρα αισθάνομαι δικαιωμένος με την απόφασή μου να ασχοληθώ με τον χώρο.

Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να σταθεί κάποιος διαιτητής στο επίπεδο που βρισκόσαστε εσείς και πιο ψηλά; Είναι πολύ δύσκολο. Ενας διαιτητής για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις που υπάρχουν πρέπει να κάνει 3-4 ώρες προπόνηση την ημέρα. Και εκεί πάνω πρέπει να δουλέψει πολύ. Να συνεργαστεί με ειδικούς, γιατρούς, γυμναστές, μασέρ, διατροφολόγους. Να στερηθεί πράγματα, όπως είναι οι βραδινές έξοδοι,  μια βόλτα για καφέ ή ποτό το βράδυ, ένα καλό φαγητό στην ταβέρνα με τους φίλους του. Επίσης τα περισσότερα Σαββατοκύριακα δεν τα έχει ελεύθερα για να τα διαθέσει στην οικογένειά του, αν είναι δεσμευμένος, στη φιλενάδα του ή τους φίλους του και λείπει συχνά από το σπίτι του. Ο δρόμος που βαδίζουμε είναι πολύ μοναχικός και λίγοι μας καταλαβαίνουν. Και αυτοί είναι που κατανοούν πως αυτό που λέγεται ότι οι διαιτητές, ιδιαίτερα στις μεγάλες κατηγορίες, παίρνουν πολλά λεφτά δεν στέκει. Συν τοις άλλοις, ενώ ο διαιτητής δεν κάνει πλέον χόμπι, αλλά πρέπει να αντεπεξέλθει σε επαγγελματικές υποχρεώσεις, δεν είναι επαγγελματίας. Εχει και κάποια άλλη δουλειά να κάνει για να ζήσει. Εγώ, ας πούμε, περνάω πάρα πολλές ώρες στην επιχείρησή μου.   –Με τι ασχολείστε; Εχω ανοίξει εδώ και λίγο καιρό εστιατόριο-καφετέρια στην κεντρική πλατεία της Σπάρτης. Ουσιαστικά η μέρα μου είναι δουλειά-διαιτησία-δουλειά. Επίσης έχω τελειώσει ΤΕΙ ηλεκτρονικών.

Σφυρίζετε εδώ και τέσσερα χρόνια στην Β’ εθνική, αλλά έχετε και αρκετές συμμετοχές ως 4ος στη Σούπερ Λίγκα, ενώ πρόσφατα διευθύνατε και τον αγώνα κυπέλλου Παναιτωλικού-Ηρακλή. Τι διαφορές παρατηρείτε μεταξύ Β’ εθνικής και Σούπερ Λίγκα; Υπάρχει μεγάλη διαφορά σε ό,τι αφορά την οργάνωση και τις εγκαταστάσεις. Αλλά από εκεί και πέρα, αν εξαιρέσεις της μεγάλες ομάδες της Σούπερ Λίγκα, οι υπόλοιπες δεν έχουν και μεγάλη διαφορά αγωνιστικά από αυτές της Β’. Αυτό φάνηκε και στο κύπελλο από τα αποτελέσματα που είχαμε.

Υπάρχει και μεγαλύτερη πίεση στη Σούπερ Λίγκα για τους διαιτητές;. Διότι από τη μεγάλη κατηγορία βλέπουμε όλα τα ματς ζωντανά και με κάλυψη από πολλές κάμερες, ενώ η κάθε απόφαση του διαιτητή μπαίνει στο μικροσκόπιο. Αντίθετα στη Β’ εθνική με εξαίρεση κάποια παιχνίδια που μεταδίδονται ζωντανά βλέπουμε μόνο τα γκολ. Αυτή η πίεση που περιγράψατε είναι κάτι πολύ αρνητικό για τους διαιτητές που παίζουν στη Σούπερ Λίγκα. Διότι αν πας να αποφασίσεις για μια φάση και σκέφτεσαι τι θα δείξει η τηλεόραση, είναι αυξημένες οι πιθανότητες να κάνεις λάθος. Η λεπτομερής ανάλυση των φάσεων λειτουργεί αρνητικά για τον διαιτητή. Αντίθετα στις μικρότερες κατηγορίες λειτουργείς με μεγαλύτερη ηρεμία. Μου έχει τύχει σε αγώνα της Σούπερ Λίγκα όπου ήμουν τέταρτος να γίνει φάση για πέναλτι, το οποίο δεν καταλογίστηκε και το βράδυ στην τηλεόραση φάνηκε μετά από λεπτομερή ανάλυση πως πράγματι ήταν. Στη Β΄ ή στη Γ’ εθνική η ίδια φάση θα είχε περάσει έτσι, αθόρυβα. Ολη αυτή η πίεση πολλές φορές γυρίζει μπούμερανγκ στον διαιτητή.

-Εχετε μια διαδρομή αρκετά μεγάλη στο χώρο. Βλέπετε η ελληνική διαιτησία να έχει κάνει βήματα μπροστά; Αναμφισβήτητα. Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στο σπουδαίο έργο που κάνει τα τελευταία δύο χρόνια η ΔΑΔ. Η επιμόρφωσή μας έχει μπει σε ένα εντελώς άλλο πλαίσιο, ενώ με τις γραπτές εξετάσεις και τα τεστ δεν υπάρχουν πλέον ανενημέρωτοι διαιτητές. Υποχρεωθήκαμε να είμαστε με το βιβλίο του κανονισμού στο χέρι για αρκετή ώρα και να φρεσκάρουμε τις γνώσεις μας, κάτι που δεν γινόταν παλιά ή τουλάχιστον όχι με τέτοια επιμέλεια.

Αισθάνεστε την ανάγκη να ευχαριστήσετε κάποιους ανθρώπους για τη βοήθειά τους; Επειδή σπάνια δίδεται το βήμα στο διαιτητή, θα ήθελα να ευχαριστήσω την ΕΠΣ Λακωνίας, το σύνδεσμό μου και τον αρχιδιαιτητή μου Νίκο Σπυράκη, με τον οποίο ακόμα και τώρα δουλεύουμε σκληρά φέρνοντας και άλλα νεαρά άτομα στην λακωνική διαιτησία. Επίσης, όλες τις επιτροπές διαιτησίας μέχρι σήμερα που με έχουν εμπιστευτεί και φυσικά τον πατέρα μου που με παρότρυνε να εισέλθω στο χώρο της διαιτησίας. Τέλος, τον Σπύρο Παπαδάκο που με την πολύχρονη εμπειρία του με βοήθησε πολύ. Ευχαριστούμε τον Παναγιώτη Κουτάκο και το περιοδικό REFEREE για την συνέντευξη

 

 Παλαιότερη συνέντευξη Nίκου Ανούσου στο περιοδικό Referee

Ο Νίκος Ανούσος συγκαταλέγεται στο νέο αίμα της ελληνικής διαιτησίας. Σε ηλικία 30 ετών παρά κάτι έχει δύο καλές σεζόν στη Β’ εθνική και βλέψεις για πιο ψηλά. Μαζί με τον Σπύρο Σελίμο αποτελούν την ελπίδα της διαιτησίας της Λακωνίας να δει εκπρόσωπό της στα μεγάλα σαλόνια εννιά χρόνια μετά την αποχώρηση από την ενεργό δράση του Σπύρου Παπαδάκου.

Γόνος παλιού διαιτητή, του Παναγιώτη Ανούσου, ο οποίος έφτασε μέχρι διαιτητής στη Γ’ εθνική και επόπτης στη Β’, ο νεαρός ρέφερι τονίζει πως βάζει ψηλά τον πήχη σε ό,τι αφορά τις φιλοδοξίες του, ενώ δηλώνει απογοητευμένος για το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο δεν αξιοποίησε την επιτυχία του 2004, όπως και η χώρα μας την επιτυχημένη διοργάνωση των ολυμπιακών αγώνων του ιδίου έτους.

-Πώς ξεκινάει η ενασχόλησή σας με τη διαιτησία;

Το 1996-97 είχα πάει στο γήπεδο μαζί με τον πατέρα μου, που έπαιζε έναν αγώνα στο τοπικό πρωτάθλημα. Λόγω έλλειψης διαιτητών δεν υπήρχε δεύτερος βοηθός και έπαιξα εγώ σ’ εφαρμογή του άρθρου 12. Είδαμε ότι τα καταφέρνω και μου άρεσε. Επειδή, όμως, ήμουν μικρός δεν μπορούσα να πάω στη σχολή και έπαιζα μόνο σαν φίλαθλος. Τελικά ονομάστηκα διαιτητής τη σεζόν 1998-99.

-Στην καθημερινή σας ζωή με τι ασχολείστε;

Εχω σπουδάσει φοροτεχνικός γραφείου και μιλάω άπταιστα αγγλικά. Η καθημερινή μου απασχόληση είναι στην οικογενειακή επιχείρηση, που υπάρχει εδώ και 32 χρόνια και έχει ως αντικείμενο την εμπορία κρεάτων.

-Η διαιτησία πόσο μεγάλο κομμάτι από το χρόνο σας καταλαμβάνει;

Για να μπορέσεις να αγωνιστείς σε υψηλό επίπεδο σήμερα πρέπει να κοπιάσεις και να αφιερώσεις χρόνο στη διαιτησία. Εγώ συνεργάζομαι με γυμναστή, προπονούμαι τρεις ώρες ημερησίως, προσέχω τη διατροφή μου και στερούμαι κάποια πράγματα που απολαμβάνουν φίλοι και γνωστοί μου, όπως κάποιες βραδινές εξόδους. Και φυσικά το κυριότερο, ότι για μας δεν υπάρχει Σαββατοκύριακο. Εδώ και 15 χρόνια που… έμπλεξα με τη διαιτησία ελάχιστα ήταν τα διήμερα που ήμουν με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, ή την κοπέλα μου.

Η κατάσταση στην ελληνική διαιτησία πώς σας φαίνεται;

Εχουν γίνει βήματα προόδου σε σχέση με παλιότερα. Υπάρχουν πολλά παιδιά με ταλέντο, τα οποία είναι γυμνασμένα, ενώ και στον τομέα της εκπαίδευσης έχον γίνει άλματα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, απ’ όταν ανέλαβε ο Κύρος Βασσάρας.

-Συμμερίζεστε την άποψη ότι κάποιοι ξεσπάνε στο γήπεδο για τη δύσκολη εποχή που περνάμε;

Στο γήπεδο πάρα πολλοί πήγαιναν πάντοτε για να ξεσπάσουν. Αλλιώς δεν είχαν κανέναν άλλο λόγο να σέρνουν τα εξ αμάξης στον διαιτητή, άσχετα με το τι σφύριζε αυτός.  Πιστεύω, λοιπόν, ότι όποιος θέλει να πάει στο γήπεδο για να πλακωθεί, θα το κάνει και καμία σχέση δεν έχει η σημερινή κακή οικονομική συγκυρία.

Πολλά νέα παιδιά τα παράταγαν λίγο καιρό, αφού έβγαιναν από τη σχολή διότι δεν άντεχαν τα επεισόδια στα τοπικά πρωταθλήματα σε γήπεδα στρούγκες. Πόσο έχει αλλάξει η κατάσταση;

Στα τοπικά πρωταθλήματα της Λακωνίας η εικόνα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που περιγράφετε και το οποίο όντως υφίστατο παλιότερα. Επί προεδρίας του Θανάση Μαχαίρα και του Παναγιώτη Καρρά στην ΕΠΣ υπάρχει άψογη συνεργασία μεταξύ Ενωσης και Συνδέσμου, ενώ και με τους παράγοντες των σωματείων, που έχουν εντελώς διαφορετική νοοτροπία σε σχέση με το παρελθόν, έχουμε πολύ καλή συνεργασία και τα επεισόδια είναι σπάνιο φαινόμενο.

Οι αγώνες της Σούπερ Λίγκα καλύπτονται από πολλές κάμερες, που πιάνουν και το παραμικρό. Απ΄ αυτήν την άποψη εσείς που παίζετε στις μικρότερες κατηγορίες αισθάνεστε τυχεροί που δεν έχετε να αντιμετωπίσετε αυτό το φαινόμενο;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω σκεφτεί πώς είναι να παίζεις με 10-15 κάμερες να σε σημαδεύουν και να δείχνουν μια φάση από διάφορες γωνίες. Εγώ όταν μπαίνω στο γήπεδο συγκεντρώνομαι απόλυτα στο παιχνίδι έτσι ώστε να δω σωστά την κάθε φάση. Διότι ο διαιτητής δεν έχει εικόνα από διάφορες γωνίες, ούτε ριπλέι και πρέπει να αποφασίσει γρήγορα και με βάση αυτά που βλέπουν  τα δυο του μάτια.

Επειδή παρακολουθώ πολύ ξένο ποδόσφαιρο, πουθενά δεν έχω δει να ασχολούνται τόσο πολύ με τις αποφάσεις του διαιτητή. Ούτε και οι δημοσιογράφοι στις εφημερίδες τους επικεντρώνονται στο πρόσωπο των ρέφερι σε σημείο που να βάζουν σε δεύτερη μοίρα το τι έγινε στο παιχνίδι. Τελικά, είμαστε τυχεροί, που έχουμε εικόνα απ’ όλες τις μεγάλες διοργανώσεις, διότι βλέπουμε διαιτητές-τεράστια ονόματα να κάνουν μεγάλα λάθη. Και αυτό είναι κάτι φυσιολογικό. Γι’  αυτό και η ΦΙΦΑ δεν βάζει την τεχνολογία στο ποδόσφαιρο. Για να μη χαθεί η φυσικότητα και η ομορφιά του.

Ποιες είναι φιλοδοξίες σας διαιτητικά;

Πολύ υψηλές. Θέλω να γίνω διεθνής και να εκπροσωπήσω την ελληνική διαιτησία σε τουρνουά στο εξωτερικά. Δεν ξέρω αν ακούγεται υπερβολικά φιλόδοξο, αλλά πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να βάζει ψηλά τον πήχη και να παλεύει διαρκώς για να φτάσει εκεί. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρει και φτάσει 1-2 βήματα πιο χαμηλά να έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι έδωσε τη μάχη του και πλησίασε τον στόχο του.

Μετά από τόσο καιρό στη διαιτησία υπάρχει κάποιο περιστατικό που να έχει χαραχθεί στη μνήμη σας για κάποιο λόγο;

Μέσα στην καριέρα του ο καθένας έχει και καλές και άσχημες στιγμές. Σίγουρα το ότι έχω κατορθώσει να φτάσω μέχρι τη Β’ εθνική είναι κάτι το πολύ ευχάριστο. Εγώ, πάντως, σε κάθε ματς που αγωνίζομαι μπαίνω μέσα και προσπαθώ να το ευχαριστιέμαι με όλη μου την καρδιά;

Είστε ένας νέος άνθρωπος στο κατώφλι των 30. Πόσο σας έχουν επηρεάσει οι δύσκολες στιγμές που περνάμε σαν χώρα;

Σίγουρα υπάρχει προβληματισμός για την επόμενη ημέρα. Οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι  και το χειρότερο όλων είναι ότι δεν φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ. Βρισκόμαστε στη δίνη ενός κυκλώνα και δεν ξέρουμε πώς να ξεφύγουμε από αυτόν.

Ευχαριστούμε το περιοδικό REFEREE για την συνέντευξη