Μια ποδοσφαιρική Ελλάδα που αρνείται να εκπολιτιστεί

0
116

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τις εικόνες της Λεωφόρου, τις επαναλαμβανόμενες εικόνες μιας κοινωνίας που δεν θέλει να ζήσει αθλητικές στιγμές σαν αυτές που ζει όλη η πολιτισμένη Ευρώπη.

Το πρωί της Κυριακής μελαγχολούσα ακούγοντας τον Παναγιώτη Κελεσίδη, τον Πέτρο Μίχο και τον Μίμη Δομάζο να περιγράφουν στην κάμερα του gazzettaτο ελληνικό ποδόσφαιρο μιας άλλης εποχής, της εποχής που οι οπαδοί δύο ομάδων πήγαιναν μαζί στο γήπεδο και συμβίωναν περίπου αρμονικά ακόμη και σε ντέρμπι αιωνίων. Αν είσαι πολύ μικρός πιθανόν απλώς να έχεις ακούσει ότι συνέβαινε αυτό κάποτε στην Ελλάδα, ή να μην το γνώριζες καν. Κι όμως, υπήρχε κάποτε μια Ελλάδα ικανή να διοργανώνει γιορτινά ντέρμπι, χωρίς νεκρές ζώνες και κάγκελα φυλακής στις κερκίδες των γηπέδων. Και δεν υπήρξε για ένα – δύο χρόνια. Συνέβαινε για δεκαετίες. Εχεις εξήγηση στο πώς και το γιατί; Αν έχεις, με μεγάλο ενδιαφέρον θα διάβαζα κάτω από το κείμενο την εξήγησή σου.

Το απόγευμα της Κυριακής ο πήχης των “απαιτήσεων” που είχε το μεγαλύτερο μέρος της φίλαθλης ελληνικής κοινωνίας από το ντέρμπι είχε μπει … στο υπέδαφος: το μόνο ζητούμενο ήταν να μην υπάρξει νεκρός. Σε αυτό το ύψος μπαίνει ο πήχης των απαιτήσεων και των προσδοκιών, αυτά είναι τα στάνταρ της αθλητικής Ελλάδας στη διάρκεια της 10ετίας που διανύουμε. Ο νεκρός είναι που διαχωρίζει τα ντέρμπι σε “ειρηνικά” και “πολεμικά”. Εχει νεκρό; Σείεται η ελληνική κοινωνία. Δεν έχει νεκρό; Ολα καλά.

Την ώρα που στην Αγγλία συλλαμβάνονται οπαδοί για φραστική ρατσιστική επίθεση στο μετρό και αποβάλλονται (από την Τσέλσι) από το γήπεδο, την ώρα που στην Γερμανία η διοίκηση μιας ομάδας (Κολωνία) βρίσκει πριν από την Αστυνομία τα ονόματα εισβολέων (στο ματς με την Γκλάντμπαχ), τους αποβάλει από το γήπεδο και δημοσιοποιεί τις φωτογραφίες όσων δεν έχει εντοπίσει προκειμένου να τους αναγνωρίσει, την ώρα που στην Ισπανία μια ομάδα (Ατλέτικο) διαγράφει ολόκληρο σύνδεσμο φανατικών οπαδών, η Ελλάδα επιμένει να ζει στον κόσμο της. Ή πιο σωστά στον βούρκο της.

Πιθανόν το χειρότερο κουσούρι, αυτό που έχει αποκτήσει εσχάτως η ελληνική φίλαθλη, και όχι μόνο, κοινωνία είναι η επιλεκτική ευαισθησία. Ξαφνικά κοιτάζουμε πρώτα το χρώμα στα κασκόλ και τις μπλούζες και κρίνουμε με βάση την οπαδική καταγωγή των κάφρων. Και φυσικά δικάζουμε με άλλα μέτρα και σταθμά. Οι ίδιες πράξεις μας ενοχλούν περισσότερο ή λιγότερο, ανάλογα με το χρώμα που φορούν οι κάφροι. Εκεί έχουμε φτάσει στην Ελλάδα σήμερα, και γι’ αυτό δεν έχουμε ελπίδα να ζήσουμε στα ελληνικά γήπεδα στιγμές ευρωπαϊκού αθλητικού πολιτισμού. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να επιστρέψουμε στο πολιτισμένο ελληνικό παρελθόν προηγούμενων δεκαετιών, διότι δεν συνεννοούμαστε ούτε στα στοιχειώδη, στα βασικά, τα ανθρώπινα: δεν συμφωνούμε ούτε στο θεμελιώδες, δηλαδή ότι η βία δεν έχει χρώμα, είναι καταδικαστέα δίχως να διαφέρει από το χρώμα της φανέλας και την έδρα διεξαγωγής.

Αν δεν σου προκάλεσαν δυσαρέσκεια, αποστροφή, αηδία όσα είδες από το gazzettaTV και την τηλεόραση να συμβαίνουν στη Λεωφόρο, αν έπιασες τον εαυτό σου να μη συμφωνεί με όσα είπε μετά το ντέρμπι ο Γιάννης Αναστασίου, αν σε ενόχλησαν λιγότερο όσα είδες επειδή ήταν σε βάρος μιας αντίπαλης και όχι της δικής σου ομάδας, αν δεν καταδικάζεις όσα είδες, δεν πρόκειται ποτέ να ζήσεις σε αυτή την χώρα την εποχή που θα πηγαίνεις απροβλημάτιστα στο γήπεδο και θα ζεις ντέρμπι με παρουσία οπαδών και των δύο αντιπάλων. Και αν θέλεις να ψάξεις τις αιτίες και τις ευθύνες, ξεκίνα με την αυτοκριτική. Εαν, δε, χάρηκες με όσα είδες, αν πανηγύρισες και χειροκρότησες τις συνθήκες ζούγκλας, αν ευχόσουν να γίνουν και χειρότερα, τότε λυπάμαι που έχασες τον χρόνο σου να διαβάσεις αυτό το σημείωμα. Μάλιστα απορώ με την υπομονή σου να φτάσεις μέχρι εδώ την ανάγνωση ενός ξενόγλωσσου κειμένου, διότι αποκλείεται εγώ κι εσύ να μιλάμε την ίδια γλώσσα.

 

ΥΓ. Για το ποδόσφαιρο του ντέρμπι, που είχε ενδιαφέρον και σίγουρα έχει νόημα, θα τα πούμε σε ένα επόμενο σημείωμα. Για αρχή στην μεταξύ μας συζήτηση ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μόνο αυτό: ότι ντρέπομαι για το ποδόσφαιρο που ζω στην πατρίδα μου. Και όχι, δεν ντρέπομαι επιλεκτικά.

ΠΗΓΗ: gazzetta.gr