Είναι εφικτό να γίνει σύγκριση παικτών διαφορετικών εποχών;

0
350

Διαβάστε το άρθρο του Δημήτρη Κονιδάρη το οποίο αναλύει την σύγκριση που γίνεται στο ποδόσφαιρο ανάμεσα σε παίκτες που αγωνίστηκαν διαφορετικές εποχές.

Ένα από τα αγαπημένα θέματα συζήτησης των ποδοσφαιρόφιλων και γενικά των ανθρώπων του αθλητισμού είναι η σύγκριση των μεγάλων αστεριών. Στο ποδόσφαιρο το κλασικότερο ίσως δίλημμα είναι Πελέ-Μαραντόνα αλλά όχι το μόνο αφού έχουν παρουσιαστεί και άλλα διλήμματα στο παρελθόν όπως Ντι Στέφανο-Πελέ, Πελέ-Κρόιφ, Πελέ-Γκαρίντσα, Πούσκας-Ντι Στέφανο, Ματσόλα-Ριβέρα, Πλατινί-Ζιντάν, Κίγκαν-Νταλγκλίς, Ροναλντίνιο-Ρονάλντο, Ζιντάν-Ριβάλντο, Καντονά-Μπέκαμ, Ρας-Λίνεκερ, Μπάτζιο-Ντελ Πιέρο και πολλά ακόμα.

Κι αν η  σύγκριση παικτών της ίδιας εποχής είναι λογικό να γίνεται αφού το επιτάσσει άλλωστε το φιλοθεάμον κοινό και συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις,  η κατάσταση δυσχεραίνεται  όταν καταβάλλεται προσπάθεια να συγκριθούν παίκτες διαφορετικών εποχών,  ειδικά όταν υπάρχει  μεγάλη απόσταση όπως στην περίπτωση Πελέ-Μαραντόνα που απέχουν 20 χρόνια ή Ντι Στέφανο-Πελέ με 14 χρόνια διαφορά. Σε αυτή την περίπτωση πέρα από τα αντικειμενικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων  είναι:

  • τίτλοι
  • απόδοση σε μεγάλες διοργανώσεις(Μουντιάλ, Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, Κόπα Αμέρικα, Ευρωπαϊκά Κύπελλα)
  • διάρκεια (π.χ. ο μαγικός Ροναλντίνιο εγκατέλειψε σχετικά γρήγορα το υψηλότερο επίπεδο στο οποίο θα μπορούσε να είναι για περισσότερα χρόνια)

 

υπάρχουν και τα υποκειμενικά κριτήρια που είναι κυρίως συναισθηματικά. Για παράδειγμα, ένας φίλαθλος που μεγάλωσε στη δεκαετία του 1960 βιώνοντας με τα πενιχρά μέσα της εποχής το μύθο του  βασιλιά Πελέ είναι μάλλον από υπερβολικά δύσκολο έως αδύνατο να  διαφοροποιήσει την άποψή του ως προς τον καλύτερο στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Κι ένας από τους λόγους είναι ότι δεν θέλουμε να ρίχνουμε από το βάθρο που έχουμε τοποθετήσει  τους ήρωες των παιδικών μας χρόνων αφού υπάρχει αναντίρρητα ένα στενό δέσιμο μαζί τους που μας συντροφεύει σε όλη μας τη ζωή. Αυτό ισχύει όχι μόνο για ποδοσφαιριστές αλλά και για πάσης φύσεως διάσημους όπως πολιτικούς, στρατιωτικούς,  καλλιτέχνες, (ακόμα και) επιστήμονες.

 

Ίσως είναι κοινός τόπος ότι όταν ένας αστέρας  ανεβαίνει πολύ στην εκτίμηση των φιλάθλων και αρχίζει να «απειλεί» στο μυαλό των παλαιοτέρων  τους πρωταγωνιστές περασμένων εποχών  τότε ξεκινά μια αέναη σύγκριση που φυσικά δεν οδηγεί πουθενά. Ίσως σε τέτοιες περιπτώσεις ο κάθε φίλαθλος επιθυμεί σφόδρα  να υποστηρίξει τη δική του εποχή, δηλαδή την εποχή της παιδικής-νεανικής του ηλικίας,  απέναντι σε μια άλλη, κυρίως την τωρινή,   ισχυριζόμενος ότι είναι ανώτερη.   Έτσι  προσπαθεί  να πείσει ότι έζησε σε χρόνια ηρωικά και δοξασμένα, σε αθλητικό και όχι μόνο επίπεδο, χωρίς βέβαια να έχει συμβάλει ο ίδιος  στη δημιουργία αυτού του μεγαλείου που υποστηρίζει. Ουσιαστικά πρόκειται περί υπεράσπισης,  ακόμα και άνευ σοβαρών επιχειρημάτων, αυτού που νομίζει ότι ενισχύει τον εγωισμό του θέλοντας πιθανόν να προκαλέσει το θαυμασμό των νεοτέρων.

Μυριάδες φορές ακούμε τους παλαιοτέρους να λένε «στα χρόνια τα δικά μας ήμασταν καλύτεροι και δυνατότεροι …..» με εμφανή διάθεση να απορρίψουν νεωτεριστικά στοιχεία όπως τη νέα τεχνολογία και κυρίως τους υπολογιστές. Αυτό ισχύει ακόμα και στο ποδόσφαιρο όπου είναι πολύ σύνηθες το φαινόμενο να λένε «τότε παίζανε καλύτερη μπάλα…» ή «το παιχνίδι τότε ήταν πιο θεαματικό».

Έτσι όσοι μεγάλωσαν τη δεκαετία του 1970  θαυμάζοντας τον   Κρόιφ  και  τον Μπεκενμπάουερ πιθανόν να θεωρούν για πάντα αυτούς ως καλύτερους θεωρώντας ότι οι μεταγενέστεροι δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των δικών τους παιδικών ηρώων. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι φίλοι του ποδοσφαίρου και όχι μόνο οι οπαδοί της Λίβερπουλ είχαν το δίλημμα Κίγκαν-Νταλγκλίς. Συγκεκριμένα το 1977 έφυγε ο Κίγκαν από τους «κόκκινους» ως πρωταθλητής Ευρώπης με προορισμό το Αμβούργο και  αντικαταστάθηκε από τον Σκωτσέζο Νταλγκλίς που μεγαλούργησε τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής με τη Λίβερπουλ. Βέβαια η σύγκριση των Κίγκαν και Νταλγκλίς είναι εφικτή αφού οι δύο υπέρλαμπροι αστέρες είναι συνομήλικοι (αμφότεροι γεννήθηκαν το 1951).

Την  ίδια δεκαετία (1970) αλλά και την επόμενη  ο ποδοσφαιρικός κόσμος θαύμασε μεταξύ άλλων τον τεράστιο Μισέλ Πλατινί και τον εκπληκτικό Ζίκο (γνωστό και ως λευκό Πελέ). Μέχρι το Μουντιάλ του 1986, όταν οι πέρα από κάθε φαντασία εμφανίσεις του Ντιεγκίτο εξάλειψαν τον ανταγωνισμό,  οι συγκρίσεις ήταν σε μόνιμη βάση : Πλατινί, Ζίκο ή Μαραντόνα παρόλο που ο Ζίκο γεννήθηκε το 1953, ο Πλατινί το 1955 και ο Μαραντόνα το 1960. Βέβαια επειδή οι τρεις ανωτέρω μάγοι της μπάλας συνυπήρξαν έχει νόημα μια σύγκριση μεταξύ τους.

Αργότερα στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στους επιθετικούς κυριάρχησε ο ανεπανάληπτος σέντερ φορ Μάρκο Φαν Μπάστεν (τον μάθαμε περισσότερο ως Βαν Μπάστεν) ο οποίος συγκρινόταν από τους φιλάθλους με τους Καρέκα, Κλίνσμαν, Βιάλι που ήταν σίγουρα τεράστιοι παίκτες αλλά σε καμία περίπτωση δεν έφθαναν τον αξεπέραστο Ολλανδό. Ο μέγας Φαν Μπάστεν σταμάτησε νωρίς το ποδόσφαιρο, ουσιαστικά το 1993 και τυπικά το 1995, λόγω καταστροφικών τραυματισμών ελλείψει προστασίας των μεγάλων αστέρων από τους διαιτητές δηλαδή από  ΦΙΦΑ-ΟΥΕΦΑ. Βέβαια όταν μεσουρανούσε ο Φαν Μπάστεν οι παλαιότεροι υποστήριζαν ότι ο Γκερντ Μίλλερ και ο Εουσέμπιο ήταν ανώτεροι από τους άσους της δεκαετίας του 1980.

Οπωσδήποτε τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά αλλά το ερώτημα είναι: μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ παικτών (παραπλήσιου επιπέδου) τόσο διαφορετικών εποχών  με αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατή μια άτυπη κατάταξή τους;

 

Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό και είναι μάλλον άτοπη μια τέτοια σύγκριση για τους κάτωθι λόγους:

  • Είναι εντελώς διαφορετικές οι συνθήκες μεταξύ διαφορετικών περιόδων. Π.χ. με το πέρασμα των ετών βελτιώνονται οι μέθοδοι εκγύμνασης και οι παίκτες είναι ταχύτεροι και δυνατότεροι. Συνεπώς δεν έχει νόημα μια σύγκριση ενός παίκτη του 1970 με έναν του 2010 όπως είναι εντελώς άκαιρο και άσκοπο να συγκρίνεται ένας πολεμιστής του Μεσαίωνα με έναν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αφού είχαν εντελώς διαφορετικά όπλα.
  • Το ποδόσφαιρο ήταν πολύ πιο αντιαθλητικό σε περασμένες δεκαετίες αφού οι παίκτες δεν είχαν καμία προστασία από τους διαιτητές. Τεράστια αστέρια του (πάντοτε) ένδοξου παρελθόντος όπως Πελέ, Μαραντόνα, Φαν Μπάστεν αφέθηκαν πολλές φορές έρμαια στις διαθέσεις των αντιπάλων. Ειδικά στην περίπτωση του Ολλανδού επιθετικού τα αποτελέσματα των αντιαθλητικών χτυπημάτων ήταν ακόμα πιο εμφανή αφού αναγκάστηκε να σταματήσει την καριέρα του σε ηλικία μόλις 28 ετών. Ευτυχώς στις μέρες μας τα λαμπερά αστέρια της στρογγυλής θεάς προστατεύονται αφού είναι πλέον τα σημαντικότερα προϊόντα ενός συστήματος που αποδίδει αστρονομικά κέρδη και κανέναν εμπορικό κολοσσό τύπου NIKE ή  ADIDAS δεν συμφέρει η απουσία τους από τα γήπεδα.
  • Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και ο κάθε παίκτης επηρεάζεται από τους συμπαίκτες του που καθορίζουν εν τέλει την πορεία του μεγάλου αστεριού και της ομάδας. Π.χ. Οι συμπαίκτες του Πελέ στη Βραζιλία του 1970 (Τοστάο, Ριβελίνο, Ζέρσον, Κάρλος Αλμπέρτο, Ζαϊρζίνιο, κ.α.)  είναι κοινώς παραδεκτό  ότι ήταν ατομικά ανώτεροι από  τους Αργεντινούς συμπαίκτες του Μαραντόνα το 1986 και το 1990 (Μπουρουσάγκα, Βαλντάνο, Μπατίστα, Ολαρτικοετσέα, Τζιούστι, κ.α.).

Σε πολλές συζητήσεις γίνονται οι συγκρίσεις σαν να ήταν δυνατή η ύπαρξη μιας χρονομηχανής που θα  μπορούσε να μεταφέρει έναν παίκτη της σημερινής εποχής στη δεκαετία του 1980 ή ένα ποδοσφαιριστή του 1960 στο έτος 2000. Έτσι οι θαυμαστές των Μαραντόνα, Ζίκο, Πλατινί, Γκούλιτ, Σόκρατες, Φαλκάο, Μπουτραγκένιο, κ.α. θεωρούσαν ότι οι ανωτέρω παίκτες θα έκαναν θραύση είκοσι χρόνια νωρίτερα παραβλέποντας βέβαια τις διαφορετικές συνθήκες εκγύμνασης, τους τραυματισμούς και τις μειωμένες ιατρικές δυνατότητες αντιμετώπισης αυτών. Π.χ. αν ο τραυματισμός του Μαραντόνα (1983) από τον επονομαζόμενο «χασάπη του Μπιλμπάο» Άντονι Γκοϊκοετσέα είχε συμβεί σε κάποιον αθλητή το 1953 ή το 1963 τότε πιθανότατα η καριέρα του τραυματισμένου θα είχε λάβει πρόωρο τέλος. Επίσης, αν ο Μέσι είχε γεννηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα τότε πιθανόν να μην είχε βρεθεί ομάδα να καλύψει τα έξοδα αντιμετώπισης του ορμονικού προβλήματος που θα τον καθήλωνε σε χαμηλό ύψος και θα προκαλούσε ανυπέρβλητα εμπόδια στην πραγματοποίηση σοβαρής καριέρας.

Επειδή όμως χρονομηχανή δεν υπάρχει, καθίσταται αδύνατη μια χρονική μεταφορά και, κατ’ επέκταση, σύγκριση παικτών διαφορετικών εποχών. Σημειωτέον ότι η δυσκολία μεγαλώνει όσο πλησιέστερο είναι το επίπεδο των παικτών ενώ μειώνεται όταν η διαφορά επιπέδου είναι μεγάλη. Π.χ.  δεν είναι εύκολο να συγκριθεί ο υψηλοτάτου επιπέδου Ρομπέρτο Ροζάτο της Μίλαν των δεκαετιών 1960 και 1970 με το σπουδαίο Αλεσσάντρο Νέστα της περασμένης δεκαετίας. Αντιθέτως δεν νομίζω ότι θα υποστηρίξει κανείς πως ο Ιταλός Φάμπιο Καναβάρο δεν ήταν ανώτερος από τον Άγγλο Τέρι Φένγουικ της δεκαετίας του 1980.

Φυσικά η σύγκριση ποτέ δεν θα πάψει να γίνεται αφού είναι αναπόσπαστο μέρος του ποδοσφαιρικού κόσμου και είναι αυτονόητο ότι δεν πρόκειται να δοθεί απάντηση στα τεθέντα ερωτήματα. Ο κόσμος λατρεύει να συζητά για τέτοια θέματα και πάντα θα αναπτύσσεται αυτή η παραφιλολογία. Άλλωστε η συζήτηση σε τέτοια θέματα στο χώρο του αθλητισμού και δη του ποδοσφαίρου μόνο διασκεδαστική θα πρέπει να είναι και τίποτα περισσότερο.

Δημήτρης Κονιδάρης