Τζον Κουμουνδούρος: Ένας Σπαρτιάτης στα αποδυτήρια των Detroit Pistons!

0
172

Η παρουσία στα αποδυτήρια των Ντιτρόιτ Πίστονς, η φιλία με αστέρια του ΝΒΑ, το δώρο του Μπεν Ουάλας και οι πιο περίεργες στιγμές σε μια διαδρομή σχεδόν δύο δεκαετιών. Ο Τζον Κουμουνδούρος, ο Σπαρτιάτης που ζει “από μέσα” έναν τόσο σπουδαίο οργανισμό του ΝΒΑ περιγράφει την ιστορία του στο Sport24.gr.

‘Οταν μιλάμε για την σχέση του ΝΒΑ με την Ελλάδα, όλος ο κόσμος σκέφτεται τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τα αδέλφια του, Θανάση και Κώστα. Μαζί και τον Ναζ Μήτρου Λονγκ, ο οποίος την τελευταία τριετία παλεύει να… μονιμοποιηθεί στο ΝΒΑ. Υπάρχει όμως ακόμη ένας “δικός μας” που ζει καθημερινά “από μέσα” το καλύτερο πρωτάθλημα του πλανήτη. Ο λόγος για τον Τζον Κουμουνδούρο, ο οποίος εργάζεται ως φροντιστής στους Ντιτρόιτ Πίστονς.

Ο ομογενής βρίσκεται στο εσωτερικό του οργανισμού της Motor City από το 2004, στην πορεία όμως έφτασε στο σημείο να αποτελεί τον φροντιστή της ομάδας και να ζει καθημερινά στα αποδυτήρια. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα της σεζόν, σε κάθε ταξίδι, σε κάθε γήπεδο, σε κάθε προπόνηση ή αγώνα. Είναι ο… άνθρωπος των παικτών, κι αυτός που σε κάποιες περιπτώσεις είναι υποχρεωμένος να γίνει ο “κακός” της ιστορίας για εκείνους.

“Το αστείο στη δική μου περίπτωση είναι πως είμαι από αυτούς μέσα στον οργανισμό που μπορώ να πω “όχι” στους παίκτες (γελάει). Καταλαβαίνεις πώς το εννοώ. Γιατί είναι υπ’ ευθύνη μου πώς θα εμφανιστεί ο παίκτης στην προπόνηση, βάσει του κανονισμού που υπάρχει” αναφέρει χαρακτηριστικά στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Sport24.gr.

Από που κρατάει η σκούφια του όμως; Με καταγωγή από την Σπάρτη, η ιστορία της οικογένειας του στις ΗΠΑ ξεκίνησε στη δεκαετία του 1930, όταν ο προπάππους του ήταν μέλος του μεταναστευτικού κύματος που ξεκίνησε από την Ελλάδα με προορισμό τις ΗΠΑ. Πολύ γρήγορα ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία, υπηρέτησε μάλιστα στο πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιστρέφοντας σώος και αβλαβής για να ξεκινήσει να “χτίζει” τη ζωή του.

Ομογενής τρίτης γενιάς, ο Τζον Κουμουνδούρος σχεδιάζει στο εγγύς μέλλον να επισκεφτεί για πρώτη φορά τη χώρα του προπάππου του και να περπατήσει στους δρόμους της Σπάρτης, για να δει με τα μάτια του από που κρατούν οι ρίζες του.

– Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τον οργανισμό των Ντιτρόιτ Πίστονς;

“Ξεκίνησα το 2002/03, ένα χρόνο πριν πάρουμε το πρωτάθλημα. Η πρώτη μου δουλειά ήταν ως team attendant, ήμουν πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων και βοηθούσα σε ό,τι χρειαζόταν. Από εκεί ξεκίνησε η εμπλοκή μου με την ομάδα, για να συνεχίσω στην πορεία και να φτάσω στο σημείο να είμαι ο φροντιστής, αρχής γενομένης από το 2012. Πριν από μένα δεν υπήρχε κάτι τέτοιο επακριβώς στην ομάδα, αλλά σταδιακά κι ενώ η Λίγκα μεγάλωνε και εξαπλωνόταν, έγινε σαφές ότι χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να “τρέχει” όλα αυτά τα θέματα, που αφορούσαν στα ρούχα και το υλικό που αφορούσε στους αθλητές και τους προπονητές. Ήμουν αρκετά τυχερός και δούλεψα σκληρά για να φτάσω μέχρις αυτό το σημείο”.

– Είσαι δηλαδή αναπόσπαστο μέλος της ομάδας, εντός κι εκτός έδρας.

“Ναι, πηγαίνω παντού με την ομάδα, την ακολουθώ όπου κι αν βρίσκεται. Μιλάμε για μια δουλειά που δεν έχει ρεπό μέσα στη σεζόν, είναι full time κι έχει να κάνει με όλο το πρόγραμμά της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα. Ταξιδεύω με το αεροπλάνο σε κάθε πόλη που πάει η ομάδα για αγώνες. Με εξαίρεση το All Star Break, που είναι τρεις – τέσσερις μέρες, κατά τα λοιπά δεν υπάρχουν ρεπό ή διακοπές ενόσω εξελίσσεται η σεζόν. Ακόμη κι όταν δεν έχουμε αγώνα ή προπόνηση, ενδέχεται να πρέπει να πάμε άμεσα στο γήπεδο για κάποιον που θα πάει για μια ατομική προπόνηση ή για να κάνει θεραπεία, προκειμένου να ετοιμάσουμε τα πράγματά του. Μία από τις σημαντικότερες δουλειές του φροντιστή είναι να προετοιμάσει την ομάδα, κατά τη μετάβασή της από το σημείο “Α” στο σημείο “Β”. Κι αυτό έχει να κάνει με τη… μετακόμιση όλου του υλικού από το δικό μας γήπεδο, στο αεροπλάνο, στο ξενοδοχείο κι από εκεί στο γήπεδο της αντίπαλης ομάδας.

Είμαι σαν… παίκτης της ομάδας, γιατί είμαστε παντού μαζί. Πριν, στη διάρκεια και μετά την προπόνηση. Το αστείο στη δική μου περίπτωση είναι πως είμαι από αυτούς μέσα στον οργανισμό που μπορώ να πω “όχι” στους παίκτες (γελάει). Καταλαβαίνεις πώς το εννοώ. Γιατί είναι υπ’ ευθύνη μου πώς θα εμφανιστεί ο παίκτης στην προπόνηση, βάσει του κανονισμού που υπάρχει. Δεν μπορεί να φοράει ο καθένας ό,τι θέλει. Υπάρχουν κανόνες που πρέπει να ακολουθούν όλοι, κι εγώ είμαι εκεί για να τους θυμίσω. Έχει πλάκα γιατί είμαι αρκετά σαρκαστικός και κάνω πλάκα μαζί τους, σε τέτοια θέματα. Είναι σημαντικό να υπάρχει καλή ατμόσφαιρα”.

– Ποια είναι η διαδικασία της προετοιμασίας που ακολουθείς;

“Αυτό έχει να κάνει με το τι θέλει ο προπονητής και το πώς είναι κάθε ομάδα. Εμείς, κατά βάση, ετοιμάζουμε τα πράγματα μια μέρα πριν, ακόμη κι αν υπάρχει προγραμματισμένο ρεπό, προκειμένου εφόσον κάποιος αποφασίσει να πάει στο γήπεδο για προπόνηση ή για βάρη, να τα βρει όλα έτοιμα. Ακόμη κι αν γυρνάμε από ταξίδι στις 3 το πρωί, θα πάω απευθείας στο προπονητικό κέντρο και θα φτιάξω τα πράγματα για την επόμενη μέρα. Από τα παπούτσια, που είναι στο ντουλαπάκι κάθε παίκτη, μέχρι τις πετσέτες, τα ρούχα προπόνησης και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστείς. Με αυτόν τον τρόπο, δεν χρειάζεται να αγχώνομαι για την επόμενη μέρα, σε περίπτωση που προκύψει κάτι αναπάντεχο, όπως έντονη χιονόπτωση ή πολλή βροχή, που δεν μου επιτρέψει να πάω γρήγορα στο γήπεδο”.

– Υπάρχει κάποιος που να σε… δυσκόλεψε λίγο περισσότερο;

“Ένας από τους αγαπημένους μου τύπους είναι ο Στάνλεϊ Τζόνσον (σ.σ.: έπαιξε στο Ντιτρόιτ από το 2015 έως το 2019). Κι όμως ήταν σπυρί στον κωλ*** για μένα την πρώτη περίοδο (γελάει). Μου έκανε συνέχεια ερωτήσεις για οτιδήποτε μπορείς να σκεφτείς κι αφορούσε στο ντύσιμο και τους κανονισμούς που υπήρχαν. Από το “γιατί πρέπει να φορέσω αυτή τη συγκεκριμένη φανέλα σήμερα” μέχρι το “γιατί επιλέξατε αυτό;”. Οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς. Περάσαμε αρκετά χρόνια μαζί, είχαμε τρομερή επαφή κι είναι από τους αγαπημένους μου παίκτες σε προσωπικό επίπεδο. Μπορεί να έχει φύγει, αλλά μιλάμε ακόμη στο τηλέφωνο.

Το θέμα είναι ότι εγώ μεγαλώνω, αλλά συναναστρέφομαι συνέχεια με άτομα της ίδιας ηλικίας. Γιατί μπήκα στον οργανισμό αρκετά νέος, κι έβλεπα τους rookies και όλα αυτά. Μεγάλωσα κι ακόμη ακολουθώ την ίδια διαδικασία με όσους νέους μπαίνουν στην ομάδα. Ξέρεις, ο γιος μου είναι 14 ετών, οπότε συνειδητοποιώ σιγά σιγά ότι δεν απέχει πολύ ηλικιακά από τους rookies που μπαίνουν στην ομάδα.

Το βλέπω ως μια δουλειά που βοηθάς τον άλλον να συνηθίσει μια νέα τάξη πραγμάτων, μια διαφορετική κατάσταση. Συνήθως, οι παίκτες προέρχονται από μια χρονιά στο κολέγιο, οπότε χρειάζεται να τους μιλήσεις και να τους βοηθήσεις στην προσαρμογή σου. Τους μαθαίνουμε τους κανονισμούς, τρόπους συμπεριφοράς και πώς να λειτουργούν μέσα σε έναν οργανισμό του ΝΒΑ, ώστε να είναι απόλυτα επαγγελματίες. Με μία χρονιά μόνο στο κολέγιο, η μετάβαση στο ΝΒΑ είναι αρκετά δύσκολη. Το πρωτάθλημα μεγαλώνει, όχι μόνο εντός, αλλά κι εκτός παρκέ. Όλοι μας ενδιαφερόμαστε για τους παίκτες και είμαστε δίπλα τους, ο καθένας από το δικό του πόστο. Θα μιλήσω για τους Ντιτρόιτ Πίστονς, που τους ζω από μέσα και τους ξέρω καλά. Όλα έχουν να κάνουν με τους παίκτες και το πώς θα είναι καλά”.

– Με δεδομένο ότι έχεις συνεργαστεί με εκατοντάδες παίκτες, με ποιους δέθηκες περισσότερο;

“Αλήθεια, είναι πολλοί με τους οποίους ανέπτυξα στενή φιλική σχέση. Θα σου πω όμως για τρεις παίκτες. Ένας από τους αγαπημένους μου ήταν -από την πρώτη κιόλας στιγμή- ο Μπόμπαν Μαριάνοβιτς. Ένα παιδί τόσο χαμογελαστό και ευδιάθετο, με καλή καρδιά. Είναι πολύ ωραίος τύπος για να είσαι δίπλα του. Πριν γίνω ο φροντιστής και έχω μια σταθερή δουλειά, ήμουν εργαζόμενος στην ομάδα και πληρωνόμουν με βάση τις ώρες που δούλευα. Επειδή λοιπόν είχα χωρίσει και μεγάλωνα τον γιο μου, είχα μεγάλη ανάγκη από χρήματα για να τα φέρω βόλτα. Ποτέ όμως αυτό δεν το ανέφερα σε κανέναν εντός της ομάδας, δεν ήθελα να δημιουργηθεί το παραμικρό θέμα και να αλλάξει η σχέση μου με τους παίκτες. Ήθελα να κάνω τη δουλειά μου φυσιολογικά, ως επαγγελματίας.

Ο Μπεν Ουάλας ήταν από τους πιο καλόκαρδους παίκτες που γνώρισα. Μία φορά λοιπόν, ήταν το 2010 αν θυμάμαι καλά, ήμασταν στον υπολογιστή μου και τον βοηθούσα για να κάνει κάποιες αγορές μέσω διαδικτύου. Είδε λοιπόν το λάπτοπ μου, που ήταν παλιό, και λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα μου έκανε δώρο ένα MacBook, που ήταν φορτωμένο με ό,τι κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή. Μου το έδωσε και μου είπε “πάρε αυτό, έχει τα πάντα μέσα, για να μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου με μεγαλύτερη ευκολία”. Ήταν κάτι σπουδαίο. Δεν το περίμενα. Κατάλαβε τότε ποια ήταν η κατάστασή μου κι ήθελε απλά να με βοηθήσει.

Στη λίστα με τους… αγαπημένους μου, θα σου βάλω επίσης τον Ρόντνι Στάκεϊ και τον Γιόνας Γερέμπκο. Όταν μετακόμισαν λοιπόν, με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν πως είχαν ξεμείνει κάτι έπιπλα, που δεν τα χρειάζονταν και άμα θέλω να πάω να τα πάρω για το σπίτι μου. Τα μισά από τα έπιπλα που έχω ακόμη στο σπίτι μου είναι από το σπίτι του Ρόντνι Στάκεϊ, όταν μετακόμισε στο Σιάτλ.

Τρώω αρκετές φορές με τους παίκτες. Αυτό που με… ενοχλεί πολλές φορές είναι ότι δεν με αφήνουν να πληρώσω τον λογαριασμό. Ξέρεις, θέλω να τους κεράσω ή να δείξω ότι είμαστε το ίδιο, αλλά είναι τόσο ευγενικοί που δεν με αφήνουν. Κάποιοι εκνευρίζονται κιόλας, όταν κάνω κίνηση να βγάλω το πορτοφόλι μου. Απλά εγώ είμαι της άποψης πως δεν διαφέρουμε, ούτε θα τους υποχρεώσω να πληρώσουν αυτοί επειδή είναι εκατομμυριούχοι. Δεν υπάρχουν αυτά, γιατί τρώμε σαν συνεργάτες και φίλοι”.

– Με τις καλές και όμορφες στιγμές όμως, έρχονται κι οι πιο δύσκολες. Γιατί ζώντας μέσα στα αποδυτήρια μιας ομάδας, καλείσαι πολλές φορές να κάνεις τη δουλειά σου, ενώ οι παίκτες δεν έχουν καλή διάθεση ή είναι εκνευρισμένοι/στεναχωρημένοι από μια ήττα.

“Συνήθως βάζω τον εαυτό μου στη θέση των παικτών, καταλαβαίνω πώς νιώθουν ή τη στεναχώρια που έχουν μετά από μία ήττα. Δεν θα “εισβάλλω” στα αποδυτήρια για να κάνω τη δουλειά μου, επειδή έτσι πρέπει. Τους δίνω χρόνο για να ηρεμήσουν, τους αφήνω για μερικά λεπτά να χαλαρώσουν και μετά κάνω αυτά που πρέπει. Τα αποδυτήρια είναι για τους παίκτες, χρειάζονται τον χρόνο τους και την ηρεμία τους.

Ακόμη θυμάμαι μια ιστορία με τον Αντόνιο ΜακΝτάις, ένας παίκτης που σέβομαι πάρα πολύ. Μετά από μια ήττα, δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποιο παιχνίδι, ήταν με την πλάτη στον τοίχο και το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του, απογοητευμένος. Πρέπει να καθόταν έτσι για ένα τέταρτο. Κι όταν σηκώθηκε, έφυγε έτσι. Με τα ρούχα και τη φόρμα της ομάδας. Την επόμενη μέρα ήρθε για προπόνηση και μου έδωσε τα ρούχα, απολογήθηκε για το γεγονός πως ξεχάστηκε κι έφυγε δίχως να μου αφήσει τα πράγματα”.

– Ποιο είναι το πιο “τρελό” σκηνικό που έχεις ζήσει;

“Τις πρώτες ημέρες στη δουλειά, είχαμε αγώνα απέναντι στους Ντάλας Μάβερικς. Ήμουν λοιπόν πίσω από τον πάγκο και έφτιαχνα το ισοτονικό ποτό για τους παίκτες, το οποίο έχει μια ειδική αναλογία με νερό προκειμένου να το πίνουν οι παίκτες. Κάποια στιγμή, ξεχάστηκα λοιπόν και δεν έβαλα νερό μέσα. Έρχεται λοιπόν ο Ντιρκ (Νοβίτσκι) να πάρει ένα ποτήρι, του δίνω και αμέσως το φτύνει. Μου λέει “ποιος έφτιαξε αυτό το πράγμα;”. Αν το σκεφτείς τώρα, ήταν πολύ αστείο, αλήθεια. Αλλά εγώ ήμουν αγχωμένος εκείνη την περίοδο, γιατί ήταν οι πρώτες ημέρες μου στη δουλειά. Γρήγορα έφτιαξα όμως άλλο και του έδωσα.

Μία άλλη αστεία στιγμή που θυμάμαι, είναι όταν ήμουν πίσω από τον δικό μας πάγκο. Παίζαμε με τους Σαν Αντόνιο Σπερς. Προς το τέλος λοιπόν, κι ενώ είμαστε μπροστά με είκοσι πόντους, οι δύο προπονητές βάζουν όλους τους παίκτες να παίξουν. Ένας από τους Σαν Αντόνιο Σπερς λοιπόν, δεν θυμάμαι το όνομά του για να είμαι ειλικρινής, σουτάρει για τρεις κι η μπάλα δεν ακούμπησε καν το στεφάνι. Ήταν ένα άθλιο σουτ. Μέσα στην ησυχία που υπήρχε βέβαια, ενώ το παιχνίδι τελείωνε, είπα κάπως… δυνατά πως “φίλε, αυτός ο τύπος σουτάρει σαν εμένα”. Ε, με άκουσαν όλοι οι παίκτες του πάγκου μας. Γυρίζει λοιπόν ο Μπεν Ουάλας και με κοιτάζει, ενώ ο Αντόνιο ΜακΝτάις βάζει τα γέλια. Όλος ο πάγκος άρχισε να γελάει δυνατά”.

– Τι είναι αυτό που κρατάς από όλη αυτή τη διαδρομή;

“Αγαπώ πολύ τη δουλειά μου, είναι τρομερή. Έχω την τύχη να ζω από μέσα έναν τόσο σπουδαίο οργανισμό και να είμαι αναπόσπαστο κομμάτι του, να συνεργάζομαι με εξαιρετικούς ανθρώπους και να αλληλεπιδρώ μαζί τους. Έχω την ευκαιρία να ταξιδεύω μαζί με την αποστολή. Αυτή η δουλειά με έφερε μέχρι την Αφρική για τα NBA Global Games πριν από μερικά χρόνια, οπότε καταλαβαίνεις πόσο ξεχωριστή είναι.

Είχα την ευκαιρία να κάνω σπουδαίες φιλίες, όπως αυτή που έχω χτίσει με τον Ρικ Μαχόρν. Ήταν ένας παίκτης που έβλεπα μικρός στην τηλεόραση, που τον θαύμαζα και τώρα τον θεωρώ φίλο μου. Έβλεπα στην τηλεόραση ένα μέλος των “Bad Boys” και τώρα περνάμε μαζί τον ελεύθερο χρόνο μας. Μεγάλωσα στο Ντιτρόιτ, κι η αλήθεια είναι πως τα “Bad Boys” γαλούχησαν και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα πολλών φίλων της ομάδας. Η μαχητικότητα, η σκληράδα που είχαν στο παρκέ επηρέασε πολύ κόσμο. Με βοήθησε κι εμένα να γίνω αυτό που είμαι σήμερα, ως χαρακτήρας. Οι “Bad Boys” ήταν έμπνευση για όλους. Για παράδειγμα όταν ήμουν στο High School με ύψος 1μ90 και οι αντίπαλοι μού έριχναν δυο κεφάλια, έπρεπε να παλέψω πάρα πολύ για να έχω θέση στην ομάδα. Κι αυτό το έκανα γιατί οι “Bad Boys” αποτελούσαν έμπνευση για μένα. Μπορεί να μην ήμουν καλός στο σουτ και την ντρίμπλα, αλλά λάτρευα να παλεύω στην άμυνα για να παίρνω ριμπάουντ”.

Στόχος είναι στο εγγύς μέλλον να ταξιδέψει στην Ελλάδα, για να γνωρίσει τον τόπο των προγόνων του και να δει πώς ακριβώς είναι η Ελλάδα. Προς το παρόν, πέραν του ονόματος που έχει, υπάρχει κάτι ακόμη που να υποδηλώνει την σχέση και την αγάπη του για τη χώρα. Το τατουάζ που κοσμεί το δεξί μπράτσο του, ένας πολεμιστής από την Σπάρτη, όπως τους αποτύπωσε το Hollywood το 2006, με τους “300”.

ΠΗΓΗ: sport24.gr