Νίκος Γκάλης ο μύθος!

0
106

 Νίκος Γκάλης ο μύθος. Ένα άρθρο του Δημήτρη Κονιδάρη

Τα ξημερώματα του Σαββάτου  9 Σεπτεμβρίου του 2017 ο Νίκος Γκάλης, ο κορυφαίος Έλληνας καλαθοσφαιριστής όλων των εποχών και ένας από τους 2-3 καλύτερους Ευρωπαίους του προηγούμενου αιώνα, εισήλθε στο περίφημο Hall of Fame του ΝΒΑ. Πέτυχε δηλαδή κάτι που φαινόταν σχεδόν αδύνατο για Έλληνα παίκτη αλλά τελικά το κατάφερε όπως και τόσα άλλα απίστευτα κατορθώματα στη θρυλική καριέρα του.

 

Το να προσπαθήσει κανείς να περιγράψει το καλαθοσφαιρικό μεγαλείο του Γκάλη φαντάζει υπερβολικά δύσκολο και γριφώδες. Άλλωστε όλα αυτά που έκανε ήταν τόσο εντυπωσιακά που τα λόγια φαίνονται πολύ λίγα και φτωχά  για να αποδώσουν το απαράμιλλης ομορφιάς παιχνίδι του. Για τον Γκάλη έχουν μιλήσει τεράστιες μορφές της πορτοκαλί μπάλας χρησιμοποιώντας διθυραμβικά λόγια. Ενδεικτικά παρατίθενται οι ρήσεις μερικών θρύλων του παρελθόντος για λόγους αυτοτέλειας του παρόντος άρθρου:

  • Ντράζεν Πέτροβιτς: “Αν εγώ είμαι ο γιος του διαβόλου, τότε ο Γκάλης είναι ο ίδιος ο διάβολος“.

  

  • Αλεξάντερ Γκομέλσκι (πολυνίκης προπονητής της ΕΣΣΔ): “Ο Γκάλης είναι ο παίκτης του 21ου αιώνα. Του βγάζω το καπέλο“.
  • Άρβιντας Σαμπόνις: “Αν ο Γκάλης θέλει να βάλει καλάθι, θα το βάλει όποιος κι αν είναι ο αντίπαλος“.

 

  • Μάικλ Τζόρνταν: “Δεν περίμενα ότι θα υπήρχε ένας τόσο καλός επιθετικός παίκτης στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα“.

 

  • Μπομπ Μάκαντου: “Είδα τον Γκάλη να κάνει πράγματα, που δεν γίνονταν ούτε στους Λέικερς και τους Σέλτικς“.

 

Πέραν των ανωτέρω εγκωμιαστικών σχολίων οι χαρακτηρισμοί που του έχουν αποδοθεί είναι τόσο πολλοί που, πιθανόν, οι εκφραστές αυτών να χρησιμοποιούσαν  λεξικά για να πουν κάτι καινούργιο για το μάγο του Ευρωπαϊκού μπάσκετ. Αναφέρω επιγραμματικά μερικούς χαρακτηρισμούς όπως: θεός, ημίθεος,  ανυπέρβλητος, ασταμάτητος, εξωπραγματικός, υπερφυσικός, μοναδικός, χορευτής των αιθέρων, φανταστικός,  κ.α.

 

Επίσης, έχει αναφερθεί πολλάκις η καταλυτική επίδρασή του στο άθλημα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Δικαίως χαρακτηρίστηκε  επανειλημμένα ως ο αναμορφωτής του Ελληνικού μπάσκετ  που το οδήγησε σε  δρόμους μαγικούς.  Ο ίδιος έχει αναφέρει κατ’ επανάληψη πως θεωρεί ως μεγαλύτερο επίτευγμά του το ότι κατάφερε να βάλει το μπάσκετ στη ζωή του Έλληνα και να οδηγήσει πάρα πολλά παιδιά στον αθλητισμό.

 

 

Αναμφισβήτητα το  σημαντικότερο κατόρθωμά  του σε καθαρά αθλητικό επίπεδο ήταν το γεγονός ότι αποτέλεσε το βασικό πυλώνα της μεγάλης προσπάθειας του ελληνικού  μπάσκετ προς την κορυφή. Το εκπληκτικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι (μάλλον) κανένας  δεν φανταζόταν στις αρχές  ή στα μέσα της δεκαετίας του 1980 την έκρηξη της Ελληνικής καλαθοσφαίρισης. Ουσιαστικά δεν έδωσε μόνο την αρχική ώθηση αλλά δημιούργησε όλο αυτό το ρεύμα που εκτόξευσε την Εθνική ομάδα στο χρυσό μετάλλιο του 1987.  Με απλά λόγια, ο Γκάλης πρόσφερε πράγματα πέρα από κάθε λογική και κάθε φαντασία αφού ανέτρεψε πλήρως το συνήθη ρου της καλαθοσφαιρικής εξέλιξης.

 

Αναμφιλέκτως  το Ελληνικό μπάσκετ είχε αναδείξει αρκετούς μεγάλους παίκτες πριν τον Γκάλη (Κολοκυθάς, Αμερικάνος, Τρόντζος, Γκούμας, κ.α.) ενώ στη δεκαετία του 1980  κορυφαίος θα ήταν ο Παναγιώτης Γιαννάκης με τον Παναγιώτη Φασούλα και τον Φάνη Χριστοδούλου να έπονται. Όμως ο Γκάλης παρουσίασε κάτι εντελώς διαφορετικό και πέρα από οτιδήποτε είχε δει ή, έστω, είχε φανταστεί ο φίλαθλος κόσμος στη χώρα μας (και στην Ευρώπη): υπερθεαματικό παιχνίδι με πολλά επιτυχημένα αποτελέσματα.

 

Η απόκτηση μάλιστα του Π. Γιαννάκη από τον Άρη το 1984 ήταν αναντίρρητα το κομβικό σημείο που καθόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκροτήθηκε το πανίσχυρο δίδυμο που οδήγησε την Εθνική στους θριάμβους καθώς και τον Άρη στις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης.

 

Η επιρροή του στο Ευρωπαϊκό μπάσκετ είναι κυριολεκτικά ασύγκριτη και αξεπέραστη αφού άλλαξε εκ βάθρων ο καλαθοσφαιρικός  χάρτης της Γηραιάς Ηπείρου, κάτι που αναλύθηκε εμβριθώς στο ακόλουθο άρθρο που αναφέρεται στον ανεπανάληπτο θρίαμβο του 1987

 

Όμως  ο άθλος του αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία και για τους ακόλουθους λόγους:

  • Κατάφερε να φθάσει τόσο ψηλά μέσω μιας, επί της ουσίας, ασήμαντης και ανυπόληπτης καλαθοσφαιρικά χώρας.  Αν ο Γκάλης είχε σοβιετικές ή γιουγκοσλαβικές ή ισπανικές ή ιταλικές ρίζες και αγωνιζόταν σε μια  από αυτές τις  εθνικές ομάδες ή σε κάποιον σύλλογο από τις χώρες αυτές, σίγουρα ο δρόμος προς τη  δόξα θα ήταν ευκολότερος και στρωμένος με λιγότερα εμπόδια από αυτά που συνάντησε κατά την πορεία του στην Ελλάδα. Παίζοντας, λόγου χάριν, σε μια ομάδα σαν την Μπαρτσελόνα, την Ρεάλ Μαδρίτης, την Τρέισερ Μιλάνου, την Τσιμπόνα ή την Γιουγκοπλάστικα θα είχε κυριαρχήσει σε τρομερό βαθμό χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να σημειώνει 40 πόντους σε κάθε αγώνα.
  • Η χώρα μας, την οποία ανύψωσε τόσο πολύ ο γίγας Γκάλης, δεν είχε τη δυναμική και το ειδικό βάρος μια μεγάλης χώρας όπως η Γαλλία ή η Γερμανία που ήταν την εποχή εκείνη όχι ιδιαιτέρως δυνατές στην καλαθοσφαίριση αλλά έχοντας πολλαπλάσιο πληθυσμό, περισσότερες δυνατότητες και ανώτερη οικονομική ισχύ από τη φτωχή Ελλάδα  θα μπορούσαν να στηρίξουν σαφώς ευκολότερα μια θεαματική ανάπτυξη του αθλήματος. Όμως αυτές οι χώρες δεν είχαν το μοναδικό  Γκάλη. Ευτυχώς ο Νικ είναι Έλληνας και οδήγησε την πατρίδα μας σε αυτή τη γνωστή και τρισένδοξη πορεία.
  • Ό,τι πέτυχε δεν έγινε με μια από τις κορυφαίες ομάδες της Ελλάδας (ΑΕΚ, Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός είχαν μονοπωλήσει τα πρωταθλήματα από την περίοδο 1959-1960 έως την περίοδο 1977-1978 ) αλλά με τον Άρη που κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο λίγο πριν την άφιξη του Γκάλη στην Ελλάδα το 1979. Επομένως ο Γκάλης είχε, πέραν των άλλων, το δύσκολο έργο να οδηγήσει τον Άρη πρώτα στην κορυφή της Ελλάδας και ύστερα να ανοίξει τα φτερά του για κάτι ανώτερο.
  • Κατόρθωσε να βελτιώνεται κάθε χρόνο και να εξελιχθεί σε κορυφαίο σκόρερ των Ευρωπαϊκών γηπέδων παίζοντας σε ένα πρωτάθλημα που σε καμία περίπτωση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης. Θα ήταν πολύ ευκολότερο να φθάσει σε αυτά τα ύψη παίζοντας στο Γιουγκοσλαβικό ή στο Ιταλικό πρωτάθλημα όπου ο ανταγωνισμός ήταν εντονότερος και το επίπεδο σαφώς υψηλότερο. Μπορεί η κλάση του και το ταλέντο του να ήταν αδιαμφισβήτητα αλλά η ανέλιξή του στην κορυφή μέσω ενός μέτριου πρωταθλήματος ήταν αδιανόητα δύσκολο.
  • Την εποχή που μεσουρανούσε ο κολοσσιαίος αυτός αστέρας η διάκριση ήταν πιο δυσεπίτευκτη αφού τότε όλοι οι μεγάλοι άσοι του Ευρωπαϊκού μπάσκετ αγωνίζονταν σε Ευρωπαϊκές ομάδες και μόνο το 1989 πραγματοποιήθηκε η πρώτη ομαδική αναχώρηση παικτών προς το ΝΒΑ (Πέτροβιτς, Βολκόφ, Ντίβατς, Μαρτσουλιόνις, Πάσπαλι). Ακόμα όμως και μετά τις συγκεκριμένες μετακινήσεις προς τη Δυτική πλευρά του Ατλαντικού, ο ανταγωνισμός στα ευρωπαϊκά κύπελλα ήταν εντονότατος ενώ υπήρχαν πανίσχυρες ομάδες όπως η Μακάμπι, η Μπαρτσελόνα, η Ρεάλ Μαδρίτης και φυσικά η θρυλική Γιουγκοπλάστικα. Συνεπώς το έργο του Άρη και του Γκάλη ειδικότερα παρέμενε δυσχερές και ακανθώδες.

 

Επίσης, πολλές φορές αναφέρεται η αποτυχία του να κατακτήσει  συλλογικό ευρωπαϊκό τίτλο αλλά παραγνωρίζεται, ίσως εσκεμμένα, το γεγονός ότι για να καταφέρει ο Άρης να έχει τύχη σε ευρωπαϊκό αγώνα θα έπρεπε ο Γκάλης να σκοράρει πάνω από 30-35 πόντους. Οπωσδήποτε κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου απλό συνυπολογίζοντας μάλιστα το ότι όλες οι ομάδες προσαρμόζονταν  πλήρως  πάνω στον Έλληνα άσο. Η ισχύς του Άρη ήταν τόσο ανισοβαρώς κατανεμημένη που έπρεπε σε κάθε αγώνα το δίδυμο Γκάλη-Γιαννάκη να σκοράρει ασταμάτητα για να υπάρχουν ελπίδες νίκης. Αναφέρω για παράδειγμα έναν αγώνα της περιόδου 1987-1988 όταν η Μακάμπι νίκησε στο Ισραήλ τον πρωταθλητή Ελλάδας παρόλο  που ο Γκάλης σημείωσε 44 πόντους και ο Γιαννάκης 28. Αντικειμενικά ο Άρης είχε τόσο μεγάλες αδυναμίες στις  άλλες θέσεις, πλην βέβαια των περιφερειακών και του σέντερ (το 1989-1990 ελέω Βράνκοβιτς), που οποιαδήποτε αντίπαλη ομάδα κατάφερνε να περιορίσει κάπως το “γκάνγκστερ” τότε αποκτούσε πολλές πιθανότητες να φύγει νικήτρια από μια αναμέτρηση με την ομάδα της Θεσσαλονίκης. Φυσικά δεν πρέπει να παραβλέπεται το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πολλές φορές έπαιζε μόνος εναντίον όλων και αυτό αύξανε  τον ήδη μεγάλο βαθμό δυσκολίας.

 

Ακόμα όμως και όταν μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό το καλοκαίρι του 1992, η απόδοσή του παρέμεινε σε πολύ υψηλά επίπεδα όπως την περίοδο 1993-1994 σε ηλικία 36-37 ετών που ήταν ο 1ος σκόρερ στην ευρωλίγκα ενώ η συνολική στατιστική του ήταν εντυπωσιακή όπως φαίνεται και στην ανάλυση της ιστοσελίδας basketstories.net .

 

Συμπερασματικά, τα έργα του Γκάλη ήταν θαυμαστά και επηρέασαν την εξέλιξη του αθλήματος στην Ευρώπη σε τεράστιο βαθμό. Γι’ αυτό και είναι απολύτως δικαιολογημένη η επιλογή του και τελικά η είσοδός του στο Hall Of Fame. Τη δικαιούτο και την άξιζε  πέραν πάσης αμφιβολίας.