Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, ο «θεός» του ποδοσφαίρου (βίντεο)

0
67

Διαβάστε το άρθρο του Δημήτρη Κονιδάρη για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

 

Στον κόσμο του αθλητισμού υπάρχουν κάποιες μορφές που ξεχωρίζουν και μερικές, σαφώς πολύ λιγότερες, που εκτοξεύονται στη σφαίρα του θρύλου ή του μύθου. Αθλητές όπως ο Τζέσε Όουενς, ο Πάαβο Νούρμι, ο Μπέιμπι Ρουθ,  ο Αμπέμπε Μπικίλα,   ο Μοχάμεντ Άλι, ο Μάικλ Τζόρνταν, ο Εμίλ Ζάτοπεκ,  ο Μαρκ Σπιτς, ο Άιρτον Σένα, ο Καρλ Λιούις, κ.α.,  έχουν αναχθεί όχι απλώς σε ινδάλματα αλλά ίσως και σε κάτι περισσότερο. Ανάμεσα στους αθλητές σίγουρα κατέχουν μια διαλεχτή θέση οι ποδοσφαιριστές αφού πρόκειται για το βασιλιά των σπορ και οι εκπρόσωποι του είναι οι πιο αναγνωρίσιμοι. Μορφές όπως ο βασιλιάς Πελέ,  το ξανθό βέλος Αλφρέντο Ντι Στέφανο, ο ιπτάμενος Ολλανδός Γιόχαν Κρόιφ, ο καλπάζων συνταγματάρχης Φέρεντς Πούσκας, ο μεγάλος Βρετανός Μπόμπι Τσάρλτον,  ο μαγικός Γκαρίντσα, ο χαρισματικός Τζορτζ Μπεστ  (και πολλοί ακόμα) έχουν χαράξει τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα στην ιστορία της στρογγυλής θεάς.  Όμως, υπάρχει και μια εντελώς διαφορετική κατηγορία που ένας αθλητής  αντιμετωπίζεται ως “θεός”. Σε αυτήν την κατηγορία υπάρχει μόνο ένα μέλος και αυτός είναι, αναμφίβολα, ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, ο απόλυτος μύθος του ποδοσφαίρου και, παράλληλα, η διασημότερη μορφή στην ιστορία του αθλητισμού. 

Τούτες τις δύσκολες, ελέω κορονοϊού, ημέρες που ο πλανήτης πενθεί το χαμό του Ντιέγκο και έχουν γραφτεί αναρίθμητα  αφιερώματα για την  καριέρα του και τη ζωή του, θεωρώ πως δεν είναι υπερβολή η παράθεση κάποιων σκέψεων και γεγονότων σχετικών με το αληθινό φαινόμενο (συγγνώμη Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο Ντε Λίμα) Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. O Ντιεγκίτο, λοιπόν, έκανε μια λαμπρή καριέρα αλλά σίγουρα δεν πέτυχε παρά ένα μέρος από όσα θα μπορούσε με το μοναδικό του ταλέντο. Κέρδισε εθνικούς και παγκόσμιους τίτλους, ωστόσο η πορεία του δεν κράτησε όσο θα μπορούσε λόγω των σοβαρών, κυρίως εξωαγωνιστικών,  προβλημάτων του. Η φήμη του ήταν τεράστια από πολύ μικρή ηλικία αφού στο πρωτάθλημα Αργεντινής με την Αρζεντίνος Τζούνιορς είχε δείξει επανειλημμένως την κλάση του. Γενικά όλα τα χρόνια, που αγωνιζόταν με την Αρζεντίνος, έκανε μαγικά πράγματα δείχνοντας τις ανεπανάληπτες ικανότητές του. Αναδείχθηκε επανειλημμένα πρώτος σκόρερ στο Πρωτάθλημα Αργεντινής χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει να κερδίσει τον τίτλο. 

 Για το Μουντιάλ της Αργεντινής (1978) υπήρχε πολύ σοβαρή πιθανότητα να συμμετάσχει αλλά δεν έγινε μέλος της ομάδας που έμελε να κατακτήσει το βαρύτιμο τρόπαιο ένεκα της απόφασης του ομοσπονδιακού τεχνικού Λουίς Σέζαρ Μενότι. Η δημοτικότητά ανέβηκε ακόμα περισσότερο   στο  Παγκόσμιο Νέων του 1979, το οποίο κατέκτησε η Αργεντινή, με τον Μαραντόνα να είναι το μεγάλο αστέρι της διοργάνωσης και να δίνει σχεδόν πλήρη εικόνα των δυνατοτήτων του.  Ευνόητο ήταν ότι τον επιθυμούσαν διακαώς όχι μόνο ομάδες της Αργεντινής αλλά και Ευρωπαϊκές που είχαν αρχίσει να τον γνωρίζουν. Τονίζουμε, βεβαίως, ότι εκείνη τη μακρινή εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, δεν ήταν καθόλου εύκολο ένας παίκτης να γίνει διάσημος πολύ γρήγορα αφού η τηλεόραση δεν ήταν τόσο διαδεδομένη, όπως τώρα, ενώ δεν υπήρχε το Διαδίκτυο. Συνεπώς, η τάχιστη αύξηση της αναγνωρισιμότητας του Μαραντόνα ήταν εξόχως εντυπωσιακή. 

Το 1981 μεταπήδησε στην Μπόκα Τζούνιορς με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα Αργεντινής με τον ίδιο να είναι ο   αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Στο Μουντιάλ της Ισπανίας (1982) συμμετείχε ως βασικός  στην Εθνική Αργεντινής αλλά η πορεία της ομάδας ήταν απογοητευτική  και ο Ντιέγκο δεν δικαίωσε τις υψηλότατες προσδοκίες των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων. Η μεταγραφή του στην Μπαρτσελόνα το καλοκαίρι του 1982 έδωσε την ευκαιρία στο Ευρωπαϊκό κοινό να τον απολαύσει περισσότερο. Δυστυχώς, όμως, ο Ντιέγκο δεν πέρασε καλά στην Βαρκελώνη ούτε απέδωσε τα αναμενόμενα. Κάτι η ηπατίτιδα την περίοδο 1982-1983, κάτι ο σοκαριστικός τραυματισμός από το χασάπη του Μπιλμπάο Άντονι Γκοϊκοετσέα τον Σεπτέμβριο του 1983, κάτι οι συνθήκες στην ομάδα της Καταλονίας και, φυσικά, οι κακές εξωγηπεδικές συνήθειες του Ντιεγκίτο, δεν άφησαν να ξεδιπλωθεί παρά μόνο ένα μικρό μέρος από το απύθμενο ταλέντο του. Παρόλα αυτά, ο Ντιέγκο αγαπήθηκε στην Βαρκελώνη χάρη σε ορισμένες μαγικές στιγμές που χάρισε όπως το γκολ απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης στο κύπελλο Ισπανίας τον Ιούνιο του 1983.

Όμως, το κομβικό σημείο προς τη δημιουργία του  απόλυτου μύθου ήταν  το 1984 όταν μετακινήθηκε  στη «φτωχή» και ταπεινή Νάπολι, μια ασήμαντη ομάδα του ιταλικού νότου ο οποίος βρισκόταν στη σκιά των κραταιών δυνάμεων του Πιεμόντε και της Λομβαρδίας δηλαδή της Γιουβέντους, της Μίλαν και της Ίντερ. Με τον Ντιέγκο να προσαρμόζεται γρήγορα η Νάπολι ξεκίνησε μια πορεία προς την κορυφή και από τις τελευταίες θέσεις της προ-Μαραντόνα εποχής έφτασε στην τρίτη θέση την  περίοδο 1985-1986. Με την προσθήκη ορισμένων σπουδαίων παικτών όπως Μπρούνο Τζιορντάνο, Φερνάντο Ντε Νάπολι, Αντρέα Καρνεβάλε και την ηγεσία του Μαραντόνα, η Νάπολι κατέκτησε πρωτάθλημα και κύπελλο Ιταλίας την περίοδο 1986-1987. Επρόκειτο, ασφαλώς, για ένα ηρωικό κατόρθωμα που δικαιολογημένα προκάλεσε φρενίτιδα στην Καμπανία. Η συνέχεια ήταν πολύ επιτυχημένη με τη Νάπολι να κερδίζει το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ 1989, έχοντας στις τάξεις της τους Καρέκα και Αλεμάο, ενώ το 1990 κατάφερε την υπερκεράσει την Πρωταθλήτρια Ευρώπης Μίλαν κατακτώντας ένα ακόμα Πρωτάθλημα Ιταλίας. Οι φοβερές εμφανίσεις του Ντιεγκίτο την εξαετία 1984-1990 με τα χρώματα της Νάπολι δεν εκτόξευσαν απλώς στα ουράνια τη δημοτικότητά του αλλά οδήγησαν τους φιλάθλους των Παρτενοπέι να τον αγαπήσουν σαν θεό τους. Οι εκδηλώσεις θαυμασμού και αγάπης προς το πρόσωπό του ήταν πρωτόγνωρες αλλά από την περίοδο 1990-1991 ξεκίνησαν τα δυσεπίλυτα προβλήματα με τον Ντιέγκο να τιμωρείται με 15μηνο αποκλεισμό λόγω χρήσης κοκαΐνης. Έτσι η λαμπρή καριέρα του στην Νάπολι τερματίστηκε.  Η συνέχεια τον βρήκε σε Σεβίλλη, Νιούελς Όλντ Μπόις και Μπόκα Τζούνιος και η ένδοξη πορεία  του ολοκληρώθηκε το 1997.

Ωστόσο η μεγάλη ραψωδία του, που συνιστά και τη σπουδαιότερη και εντυπωσιακότερη επιτυχία ενός ποδοσφαιριστή και, γενικότερα, αθλητή στην ιστορία, ήταν το Μουντιάλ του Μεξικού (1986) όταν οδήγησε  στην κατάκτηση του Παγκοσμίου κυπέλλου την Εθνική Αργεντινής ύστερα από σειρά εξωπραγματικών εμφανίσεων και απίστευτων γκολ όπως το δεύτερο απέναντι στην Αγγλία και το δεύτερο απέναντι στο Βέλγιο. Ποτέ κανείς ποδοσφαιριστής δεν έφθασε, ούτε καν πλησίασε, σε τόσο υψηλά επίπεδα απόδοσης σε μεγάλη διοργάνωση, όπως ο Ντιέγκο εκείνο το ξεχωριστό καλοκαίρι στα γήπεδα του Μεξικού. Οι εμφανίσεις του εξάλειψαν τον οποιοδήποτε ανταγωνισμό για τον τίτλο του κορυφαίου ποδοσφαιριστή στον κόσμο και τον οδήγησαν κατευθείαν δίπλα στον επονομαζόμενο «Βασιλιά της μπάλας» Πελέ. Όπως είναι ευρέως γνωστό, ο χαρακτηρισμός αυτός ακόμα και τώρα αποδίδεται στον Πελέ αλλά  ο Μαραντόνα κέρδισε τον ακόμα πιο επίζηλο τίτλο του «θεού του ποδοσφαίρου». 

Στο Μουντιάλ της Ιταλίας (1990) έφθασε με  μια μέτρια Εθνικής Αργεντινής στη δεύτερη θέση απέναντι σε μια συνολικά ανώτερη Δ. Γερμανία που επικράτησε με αμφισβητούμενο πέναλτι. Η απόδοση του Ντιεγκίτο στα γήπεδα της Ιταλίας δεν πλησίασε ούτε στο ελάχιστο αυτήν του Μουντιάλ 1986 αλλά ήταν αρκετή για να διεκδικήσει το τρόπαιο. Κλασικότερη σκηνή ήταν το φοβερό σλάλομ απέναντι στους Βραζιλιάνους στη φάση των 16. Θεωρώ ότι στα γήπεδα της Ιταλίας ο Ντιέγκο έδειξε την απαράμιλλη κλάση του ακριβώς επειδή δεν ήταν σε καλή κατάσταση για το δικό του επίπεδο. Στο Μουντιάλ αυτό αντιμετώπισε τον περίφημο Ρουμάνο Γκιόργκι Χάτζι, τον ανερχόμενο Ιταλό Ρομπέρτο Μπάτζιο και τον εκπληκτικό Γιουγκοσλάβο Ντράγκαν Στόικοβιτς, που ήταν όλοι τους νεότεροι και, καταφανώς, σε καλύτερη κατάσταση από τον ταλαιπωρημένο Ντιέγκο. Ωστόσο ο Ντιεγκίτο πέτυχε να οδηγήσει μια μετριότατη ομάδα στον τελικό και θα μπορούσε να φτάσει ακόμα και στο τρόπαιο αν δεν δινόταν το αμφισβητούμενο πέναλτι. 

Πιθανόν, όμως, το πλέον αξιομνημόνευτο επίτευγμά του στα Ιταλικά γήπεδα δεν ήταν καθαρά αγωνιστικό αλλά το συγκλονιστικό κάλεσμά του στους φιλάθλους της Νάπολι να μην στηρίξουν  την Εθνική Ιταλίας στον αξέχαστο ημιτελικό με την Αργεντινή στις 3-7-1990 που διεξήχθη στο «Σαν Πάολο» της Νάπολι. Σε όλους τους προηγούμενους αγώνες της, που πραγματοποιήθηκαν στο Ολύμπικο της Ρώμης, η Σκουάντρα Ατζούρα είχε τη θερμότατη υποστήριξη των φανατικών Ιταλών. Εντούτοις, στο Σαν Πάολο γίναμε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς κατάστασης με τους φιλάθλους να μην υποστηρίζουν με το ίδιο πάθος την ιταλική ομάδα και να μην αποδοκιμάζουν τους Αργεντινούς. Η δήλωση του Ντιέγκο, πριν τον αγώνα, με την οποία καλούσε τους φιλάθλους της Νάπολι να θυμηθούν ότι όλο τον υπόλοιπο χρόνο ο Ιταλικός Βορράς τους αντιμετωπίζει ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας έπιασε τόπο. Τι είχε πει ο Ντιέγκο; «Δεν μπορώ να τους ζητήσω να μας υποστηρίξουν φυσικά, ζητώ όμως να μας σεβαστούν. Πρέπει η υπόλοιπη Ιταλία να γνωρίζει ότι οι Ναπολιτάνοι είναι εξίσου Ιταλοί μ’ αυτούς». Ο σπόρος φύτρωσε αμέσως και δημιούργησε τον προβληματισμό στους Ιταλούς της Νάπολι που είχαν να διαλέξουν απέναντι στην πατρίδα τους (που δεν τους φερόταν καλά όπως υποστήριζαν) και στο «θεό τους» που τους είχε χαρίσει, λίγες εβδομάδες πριν, στιγμές ανείπωτης χαράς και υπερηφάνειας με την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Το ειδικό βάρος του Μαραντόνα δεν ήταν απλώς τεράστιο αλλά ανυπολόγιστο. Κατάφερε να χωρίσει μια χώρα στα δύο και να ωφεληθεί η Αργεντινή.

Γενικώς, όλα τα ανωτέρω δεν είναι παρά μία πολύ συνοπτική περιγραφή της καριέρας του. Ο Ντιέγκο υπήρξε,  εκτός από τον κορυφαίο εκπρόσωπο της στρογγυλής θεάς,  ένα σύμβολο. Ένα σύμβολο για τα φτωχά παιδιά όλου του κόσμου που έβλεπαν στο πρόσωπό του τον δικό τους ήρωα. Ο Ντιέγκο, όντας ταπεινής καταγωγής έφτασε στην κορυφή του δημοφιλέστερου αθλήματος με δισεκατομμύρια ανθρώπους να τον θαυμάζουν όπως κανέναν άλλο στο παρελθόν και στο μέλλον (έως σήμερα η δημοτικότητά του είναι μη προσεγγίσιμη από άλλους αθλητές). 

Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι είναι εντελώς λανθασμένο να συγκρίνουν τον Μαραντόνα με νεότερους ποδοσφαιριστές όπως Μέσι και Κριστιάνο Ρονάλντο που έχουν κερδίσει πιο πολλούς  τίτλους σκοράροντας πολύ περισσότερα τέρματα. Το ποδόσφαιρο στις δεκαετίες 1970 και 1980, όπως και παλιότερα, ήταν πολύ πιο βρώμικο και αντιαθλητικό. Δεν υπήρχε καμία προστασία των μεγάλων άσων από τα βάρβαρα χτυπήματα των αμυνομένων. Μόνο τα τελευταία χρόνια οι λαμπροί αστέρες της στρογγυλής θεάς τυγχάνουν προστασίας από τους διαιτητές και αυτό συμβαίνει γιατί αποτελούν τα σημαντικότερα στολίδια-προϊόντα ενός συστήματος που αποφέρει δις ευρώ. Καμία ομάδα και καμία διαφημιζόμενη πολυεθνική τύπου NIKE ή ΑDIDAS δεν συμφέρει ο τραυματισμός ενός υπέρλαμπρου αστέρα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν συνέβαινε στην εποχή του Μαραντόνα, του Πελέ,  του Κρόιφ και του Ντι Στέφανο.

Επίσης, το ιταλικό πρωτάθλημα στη δεκαετία του 1980 και του 1990 ήταν, ασφαλώς, το δυσκολότερο και καλύτερο στον κόσμο. Ειδικά το 1990, ήταν η χρονιά που ποτέ στο παρελθόν και στο μέλλον, όπως αποδείχτηκε, ένα πρωτάθλημα δεν παρουσίασε τόσο ισχυρές ομάδες. Η Νάπολι κέρδισε τον τίτλο απέναντι σε μεγαθήρια με τρομακτικό ανταγωνισμό. Εκείνη την χρονιά, λοιπόν, για πρώτη και τελευταία φορά στην ιστορία των Ευρωπαϊκών κυπέλλων, ομάδες μίας χώρας, της Ιταλίας,  κατέκτησαν και τα τρία τρόπαια: Κυπελλούχων η Σαμπντόρια, ΟΥΕΦΑ η Γιουβέντους απέναντι στην Φιορεντίνα και Πρωταθλητριών η πανίσχυρη Μίλαν του μέγιστου σέντερ φορ όλων εποχών Μάρκο φαν Μπάστεν. Και όμως η Νάπολι κατάφερε να τερματίσει πρώτη απέναντι στα μεγαθήρια αυτά. Τονίζουμε ότι ποτέ καμία άλλη χώρα δεν κατόρθωσε να κερδίσει και τα τρία Ευρωπαϊκά κύπελλα την ίδια χρονιά.

 Πριν λίγα χρόνια ο γνωστός δημοσιογράφος Μάκης Τριανταφυλλόπουλος τον είχε χαρακτηρίσει, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης, ως το διασημότερο άνθρωπο στον πλανήτη. Άδικο είχε; Μάλλον όχι. Οπότε το να ισχυριζόμαστε ότι η μνήμη του θα παραμείνει ζωντανή είναι καταφανώς πλεονασμός. Ο Ντιέγκο ήταν μοναδικός, μαγικός και, δυστυχώς, αυτοκαταστροφικός. Αναμφισβήτητα έχει αφήσει μια τεράστια κληρονομιά και άφθονο υλικό για να τον απολαμβάνει το φιλοθεάμον κοινό.